Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΑΙ Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ: απάντηση στον Στ. Ράμφο


Όταν οι Φιλόσοφοι (ή οι «Φιλόσοφοι») βιάζονται να προλάβουν την επικαιρότητα και ιδίως την προβολή που αυτή συνεπάγεται, συνήθως μιλάνε ασθμαίνοντας. Από το στόμα τους ή την γραφίδα τους προκύπτουν μισόλογα, οι λέξεις και οι φράσεις προσπαθούν μάταια να διακονήσουν την περιγραφική ακρίβεια, την νηματική ενότητα και πληρότητα. Αυτή η (αδικαιολόγητη) βιάση διέπει και το άρθρο του κου Ράμφου στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 14ης Δεκεμβρίου 2008 με τίτλο «Το μηδέν σαν μακρόβιος επιθανάτιος ρόγχος» (*1). Επρόκειτο για μια απόπειρα να ερμηνευθεί το φαινόμενο της Δεκεμβριανής Εξέγερσης ως μια μηδενιστική έκρηξη. Αντιπαραβάλλει ο κος Ράμφος τον Γαλλικό Μάιο του ’68 με τον Ελληνικό Δεκέμβριο του 2008 για να διαπιστώσει χίλια δυό θετικά πράγματα στον Μάιο αλλά για τα Δεκεμβριανά θα διαπιστώσει ότι «το μήνυμα και ο συμβολισμός του [ ήταν ] μηδενιστικός ». Το όλο άρθρο παραπαίει ανάμεσα στην καταδίκη και την δικαιολογία - όχι στην επιδοκιμασία - , ανάμεσα στην περιγραφή και την ενόραση, ανάμεσα στον μυστικισμό και την διαύγεια. Είναι ένας κακότεχνος πνευματικός ακροβατισμός προορισμένος για πνεύματα που θέλουν να συσκοτισθούν και όχι να κατανοήσουν. Διαβάζουμε ορισμένα φληναφήματα σχετικά με τον καθαρτήριο συμβολισμό της φωτιάς, για τον Μηδενισμό του Φίχτε και του Νετσάγιεφ, το αντιπολιτισμικό ορθόδοξο «αίσθημα του υπερβατικού» που δήθεν κατέχει τους Έλληνες και την συμφιλίωση της δυτικής χριστιανοσύνης με τον Πολιτισμό και άλλα συναφή. Το άρθρο θα καταλήξει με την βαρύγδουπη διάγνωση ότι «με τον κοινωνικό εκσυγρονισμό» και την ανάπτυξη της προσωπικότητας «δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για έναν μεταχρονολογημένο ιθαγενή μηδενισμό» πάνω στον οποίο, κατά τον κο Ράμφο, θα μπορούσε να «στηριχθεί ένας αξιόλογος νεοελληνικός πολιτισμός». Κανένας λόγος φυσικά για έναν ενδεχόμενο Μηδενισμό της «δεσπόζουσας γενιάς» στην Ελλάδα. Όλα αυτά ασφαλώς είναι ακατέργαστες, ετερόκλητες και ασύνδετες σκέψεις που και τον συγγραφέα μειώνουν και τον αναγνώστη αφήνουν αδιαφώτιστο. Λείπει στο άρθρο του κου Ράμφου το προαπαιτούμενο κάθε δημόσιου λόγου: Η ΣΑΦΗΣ ΘΕΣΗ. [ Αυτό βέβαια δεν του στέρησε καθόλου την επιπλέον δημοσιότητα - αντίθετα του παραχωρήθηκε κι ένα τηλεοπτικό δίωρο με την αφοπλιστικά χαριτόβρυτη κα Φλέσσα (ΝΕΤ, εκπομπή «Στα Άκρα»), όπου ξανακούσαμε ανάλογες πομφόλυγες. ]

Στην ανάρτηση της 16ης Δεκεμβρίου 2008 είχαμε επισημάνει - επ’ ευκαιρία της Εξέγερσης - πως « όταν η Ιστορία βγαίνει από το λήθαργο, όταν η Ιστορία πυκνώνει και επιταχύνεται, θέτει αναπόδραστα διλήμματα και επιβάλλει επείγουσες, κρίσιμες αποφάσεις». Αυτές οι ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ταξινομούν αυτόματα τον συγκεχυμένο κόσμο του πνεύματος, παραμερίζουν τις αμφιλογίες, προσανατολίζουν τη σκέψη και της δίνουν την αναγκαία ενότητα, συνέπεια και σαφήνεια. Ο κος Ράμφος ζεί ακόμα στον λήθαργο της Ιστορίας κι έτσι δεν έχει πάρει τις κρίσιμες αποφάσεις. Γι’ αυτό ακριβώς μετεωρίζεται ανάμεσα στο μεταφυσικό και στο ιστορικοκοινωνικό, ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τον Μηδενισμό, ανάμεσα στο χθες και το τώρα. Γι’ αυτό ακριβώς τελικά δεν μπόρεσε να κατανοήσει ότι η Εξέγερση του Δεκέμβρη 2008 ήταν μια εξέγερση ενάντια στον κυνικό Μηδενισμό που εμπέδωσε και συσσώρευσε η Γενιά του Νοέμβρη 1973. Αυτή η θέση μας είναι μια συνεπής θεώρηση που κάθε αναγνώστης του BLOG μπορεί να διαπιστώσει στις διαδοχικές αναρτήσεις επ’ ευκαιρία της Εξέγερσης αλλά όχι μόνον. Ο Μηδενισμός της «δεσπόζουσας γενιάς» στη Δύση, αποτέλεσε βασικό στοιχείο ανάλυσής μας. Ήδη στην πρώτη ανάρτηση κάναμε λόγο για την Μεταμοντερνικότητα και για τον κύριο εκπρόσωπό της, «τον λιπαρό, ευκατάστατο Άνθρωπο που μπορεί να το παίζει ανέξοδα παγκοσμιοποιημένος και μηδενιστικά HOMO LUDENS» ενώ στη τελευταία σημειώναμε ότι «ακόμη μια φορά, οι φορείς και εκφραστές του Μεταμοντέρνου Μηδενισμού - με την τύφλωσή τους, που δυστυχώς την εκλαμβάνουν ως διαύγεια και οραματισμό - απλώς θα οδηγήσουν αυτόν τον Μηδενισμό στις ακροτελεύτιες συνέπειές του». Σήμερα εξειδικεύοντας θα πρέπει να πούμε πως ο Μηδενισμός που χαρακτήρισε την «δεσπόζουσα γενιά» της Δύσης, στην Ελλάδα εισήχθη και ευδοκίμησε με όλες εκείνες τις ακρότητες και τις παραμορφώσεις που χαρακτηρίζουν τον φανατισμένο ‘’νεοφώτιστο’’.

Ό Μηδενισμός στη Δύση έχει μια μακρά ιστορία. Τόσο ο ΝΙΤΣΕ όσο και ο ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ τον διέγνωσαν και τον ανέδειξαν ως μείζον πρόβλημα της Μοντερνικότητας. Για τον ΝΙΤΣΕ ο Μηδενισμός αναδύεται από τη στιγμή που η χριστιανική κοσμοθεώρηση και εν μέρει η ηθική της παύουν να έχουν δεσμευτική αξία. Ο θάνατος του Θεού καταλήγει στο θάνατο του νοήματος της ύπαρξης: «Τι σημαίνει μηδενισμός; - Ότι οι ανώτερες αξίες χάνουν την αξία τους. Λείπει ο σκοπός, λείπει η απάντηση στο ερώτημα ‘’ γιατί;’’ ». Από εδώ αρχίζει ο χορός των καταραμένων. Σε πρώτο στάδιο, η απεγνωσμένη για νόημα ύπαρξη θα προσφύγει στην «βούληση - για - ισχύ». Τα αποτελέσματα αυτής της προσφυγής υπήρξαν τόσο οι δυό παγκόσμιοι πόλεμοι όσο και οι ιδεολογικοί και κρατικοί ολοκληρωτισμοί που αναπτύχθηκαν στο περιθώριό τους. Το δεύτερο στάδιο του Μηδενισμού θα εκδιπλωθεί στη Δύση ως «βούληση - για - ηδονή». Κάτω από τις τρομακτικές εμπειρίες του πρώτου σταδίου, η Δύση προσπαθεί να λυτρωθεί από το παράλογο της ύπαρξης (δηλ. την απουσία νοήματος) με μια προσφυγή σ’ έναν Ηδονιστικό Μηδενισμό. Η « βούληση -για - ισχύ» εξακολουθεί να δρα κι εδώ αλλά τώρα αντλεί την παρηγορία και συνάμα την εσωτερική δικαιολογία της από την προσποριζόμενη Ηδονή. Πρόκειται για την εποχή της Μεταμοντερνικότητας. Ιδανικό της εποχής δεν είναι η πολιτική ελευθερία αλλά η ηδονιστική αυτοεκπλήρωση. Το συλλογικό παραμερίζεται για να έρθει στο προσκήνιο το ατομικό. Όλες οι αρχές και οι αξίες, η όποια κοινωνική και πολιτική ηθική στέκονται εμπόδια σ’ αυτήν την ηδονιστική αυτοεκπλήρωση ισοπεδώνονται. Η ηδονή ως αυτοσκοπός και υπέρτατο νόημα της ύπαρξης στη Μεταμοντέρνα Δύση τροποποιεί εσωτερικά τους θεσμούς και τους προσαρμόζει στα δεδομένα και τις παραμέτρους της. Στην Οικονομία εμπεδώνεται ως άκρατος Φιλελευθερισμός ο οποίος αφετηριακά διέθετε όλες τις ηδονιστικές περγαμηνές. Η Πολιτική υποτάσσεται στην Οικονομία και υποδαυλίζει το καταναλωτικό σύνδρομο που είναι μια από τις εκδοχές της ηδονιστικής αυτοεκπλήρωσης. Η Ελευθερία ως ισότιμη πρόσβαση στην Εξουσία τροποποιείται ως Ισότητα στην Καταναλωτική Ηδονή. Ο Αυτοσεβασμός που εκδηλώνονταν στην πεποίθηση ότι ο άνθρωπος είναι το μέτρο των πραγμάτων, τροποποιείται και έχει ως μέτρο το χρήμα που συνιστά το προαπαιτούμενο της καταναλωτικής κραιπάλης. Οι Δυτικοί τρέφονται πνευματικά και ασκούν πρακτικά « Το Τέλος της Ιστορίας» που επικαλέστηκε ο FRANCIS FUKUYAMA - επιλέγουν δηλ. ‘’συνειδητά’’ να είναι «οι τελευταίοι άνθρωποι» (*2), αυτοί δηλαδή που - σύμφωνα με το ΝΙΤΣΕ - δεν μπορούν να γεννήσουν κανένα αστέρι και μικραίνουν τα πάντα. «Τι είναι αγάπη; Τι είναι δημιουργία; Τι είναι επιθυμία; Τι είναι αστέρι; - έτσι ρωτά ο τελευταίος άνθρωπος και κλείνει [κουτοπόνηρα] το μάτι» (*3). Πρόκειται δηλαδή για όλους όσους έζησαν μέσα στην Μετανεωτερικότητα (ή Μεταμοντερνικότητα) που αναδύεται στο σούρουπο και τον απόηχο του Γαλλικού Μαΐου του ’68. Αυτοί είναι που μαζί με τον GILLES LIPOVETSKY χαιρέτησαν «Το Λυκόφως του Καθήκοντος» και κατασκεύασαν (με πράξεις και παραλήψεις) «Την Εποχή του Κενού» δηλαδή την «μεταμοντέρνα κοινωνία» όπου δεν υπάρχει πλέον «ούτε είδωλο, ούτε ταμπού… ούτε κινητήριο ιστορικό πρόταγμα » και όπου κυριαρχεί «το κενό, ένα κενό ωστόσο χωρίς τίποτα το τραγικό ούτε αποκάλυψη» (*4), οι ίδιοι που εγκαθίδρυσαν την «Αυτοκρατορία του Εφήμερου» (*5), μέσα στην οποία όλα τα στοιχειώδη ορόσημα (κοινωνικά, νοηματικά, χρονικά, ηθικά, πολιτικά, εθνικά ) καταλήγουν βορά ενός ακόρεστου ναρκισσιστικού υποκειμένου που ζει, εμπεδώνει και ενσαρκώνει την Μηδενιστική Ελαφρότητα του Είναι. Πρόκειται για την στάση του «anything goes» που περιέγραψε ο LYOTARD (*6) και η οποία είναι μια ανώδυνη απόδοση του «ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ». Στη βάση αυτής της αρχής και για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, το παρόν, ενσυνείδητα πλέον, θέλει να ζήσει εις βάρος του μέλλοντος - γεγονός που αλώνει όλους τους θεσμούς με την λογική και την ηθική της «αρπαχτής». Αυτή η Μηδενιστική Ελαφρότητα ήταν που οδήγησε στο σημερινό παγκόσμιο οικονομικό Κραχ. Η διαπίστωση της Κας PELOSI, Προέδρου της Αμερικάνικης Βουλής των Αντιπροσώπων, - «No supervision. No discipline. And if you fail, you will have a golden parachute and the taxpayer will bail you out», υπέδειξε ουσιαστικά μια μηδενιστική στάση μασκαρεμένη με ιδεολογία: «They claim to be free-market advocates, when it’s really an anything-goes mentality» (NEW YORK TIMES, 29 Σεπτ.2008) [Πρβ αναρτήσεις της 16ης & 30ης Οκτωβρίου 2008].

Όποιες κι αν υπήρξαν οι μορφές που πήρε ο Μεταμοντέρνος Μηδενισμός στη Δύση, στη Ελλάδα η εισαγωγή του έγινε με όλoν εκείνο τoν αδιαφόριστο φανατισμό του Νεόφυτου. Φυσικά δεν μπορούμε εδώ να περιγράψουμε παρά μόνον σχηματικά και επιγραμματικά την Ελληνική Μεταμοντερνικότητα και τον ολέθριο Μηδενισμό που την συνόδευσε. Εκείνοι που πρώτοι τον υιοθέτησαν ήταν οι άπληστοι της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου του 1973 - αυτοί δηλαδή που συνιστούν, ήδη από καιρό, την «δεσπόζουσα γενιά» και επανδρώνουν κατ’ εξοχήν τις Κυρίαρχες Ελίτ της Χώρας. (Οι εξαιρέσεις, αν και υπαρκτές, δεν συγκρότησαν ποτέ μια επαρκή και κρίσιμη μάζα που θα επέβαλε έναν διαφορετικό προσανατολισμό). Δεν χρειάζεται εδώ να επαναλάβουμε το αυτονόητο - ότι δηλ. οι εκάστοτε Ελίτ δίνουν στην Κοινωνία τον τόνο της εποχής και το πλαίσιο των ΑΞΙΩΝ με τις οποίες αυτή συμπεριφέρεται. Σ’ αυτές τις Ελίτ αριστερά στερεότυπα και δεξιές/φιλελεύθερες εμμονές συγχωνεύθηκαν άκριτα και βιαστικά για να αντιγράψουν κακέκτυπα την Δυτική Μεταμοντερνικότητα. Όλοι οι τομείς της κοινωνικής και δημόσιας ζωής από την Πολιτική ως την Οικονομία, από την Παιδεία ως την Τέχνη και την Επιστήμη, από τη Θρησκεία ως τον Πολιτισμό παραδόθηκαν με φανατισμό στην ιδεολογία του «anything goes» και - ακριβέστερα - του εξόχως μηδενιστικού « ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ !!!».

Στην Πολιτική, συλλήβδην , όλοι και όλα ενήργησαν για την μηδενιστική υποθήκευση της Χώρας. Η αποκατάσταση της «Δημοκρατίας» το 1974 δεν συνοδεύτηκε από κανέναν ευρύτερο οραματισμό, από καμιά ανώτερη φιλοδοξία, από καμιά δέσμευση ευθύνης απέναντι στο Μέλλον. Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν μόνον μια πληβεία δίψα για Εξουσία και Πλουτισμό - δίψα που τελικά κατέληξε σ’ ένα νοσηρό συγχρωτισμό Πλούτου και θεσμισμένης Εξουσίας τον οποίο η λεξιπλασία μας το απέδωσε εύστοχα με τον όρο «ΔΙΑΠΛΕΚΟΜΕΝΑ». Το παλαιό «ζω για την πολιτική» μετασχηματίσθηκε άρδην και ανερυθρίαστα στο «ζω από την πολιτική» - γεγονός που αποτέλεσε την μήτρα όλων των σκανδάλων, από εκείνο του Κωσκωτά ως τα πρόσφατα του Χρηματιστηρίου, των Ομολόγων, της SIEMENS και του Βατοπεδίου. Υπήρξε ηθελημένο lapsus verbi η υπουργική έκφραση «το νόμιμον είναι και ηθικόν» - ήθελε να πει : «το νομότυπον είναι και ηθικόν» δηλ. το συγγενεύον με το παράνομον. Ακόμα κι αυτόν τον οραματισμό της ένταξης στο ευρύτερο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι - οραματισμός και φιλοδοξία της γενιάς του ‘50 - οι νεόκοπες Ελίτ τον προσέλαβαν όχι με το πάθος μιας γενικότερης στράτευσης αλλά με την κουτοπονηρία του μεταμοντέρνου Ραγιά, δηλ. ως «άρμεγμα» της παχιάς αγελάδας. Από την άλλη μεριά και προκειμένου να εξυπηρετηθεί η δίψα για Εξουσία - εδώ - και - τώρα, το πελατειακό σύστημα όχι μόνον δεν εξοβελίσθηκε ως ευτελισμός και παθογένεια της «Δημοκρατίας» αλλά παροξύνθηκε σ’ έναν άκρατο Λαϊκισμό. Η εξυπηρέτηση αυτού του Λαϊκισμού είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνον την - με ελαφρά τη συνείδηση - καταχρέωση της Χώρας με το εξωφρενικό ύψος των 260 δις Ευρώ αλλά και τον εθισμό των λαϊκών στρωμάτων σ’ έναν παρασιτικό καταναλωτισμό - δηλαδή καταναλωτισμό με δανεικό κρατικό χρήμα. Έτσι οι πομπώδεις διακηρύξεις περί Εθνικής Αξιοπρέπειας και Αδέσμευτης Πολιτικής κατέληξαν σε επονείδιστη καθυπόταξη της Χώρας στους εξωτερικούς πιστωτές της. Χειρότερα ακόμα - για την εξυπηρέτηση του ίδιου Λαϊκισμού εκποιείται σε τιμή ευκαιρίας όλος οι υπόλοιπος Εθνικός Πλούτος συσσωρεύοντας πάνω στην Νέα Γενιά όχι μόνον το δυσβάστακτο Δημόσιο Χρέος αλλά και το Απόλυτο Μηδέν του Μέλλοντος. Στο ίδιο πλαίσιο, δηλ. της εκχυδαϊσμένης κομματικής πελατείας, ο Κρατικός Μηχανισμός διογκώθηκε με περιττό, ανειδίκευτο και συχνά αμφίβολης ηθικής προσωπικό, γεγονός που κατέληξε σε μια δύσκαμπτη και αναποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση της οποίας η διαφθορά είναι πλέον παροιμιώδης σε όλα τα διεθνή φόρα.

Στην Οικονομία όλα εξελίχθηκαν κατά τον τρόπο της μεταμοντέρνας «αρπαχτής» προσαρμοσμένης στην γνωστή ανατολίτικη απληστία. Οι νεόκοπες Οικονομικές Ελίτ όχι μόνον δεν ανέδειξαν ένα νέο οικονομικό - τεχνολογικό όραμα για τη Χώρα αλλά ούτε και ανέλαβαν τα στοιχειώδη καθήκοντα και τις ευθύνες που επωμίζονται γενικά οι Άρχουσες Τάξεις. Αντίθετα, συνεχίζοντας την παράδοση των τσιφλικάδων και των αστικών Τζακιών και μέσω μιας κυνικής Διαπλοκής, φρόντισαν μόνο να διασφαλίσουν τον πλουσιοπάροχο κρατικό παρασιτισμό τους. Έτσι ως '' επιχειρηματίες '', αντί του ρίσκου και της καινοτομίας, έθεσαν εαυτόν έξω από τους όποιους «άκαμπτους νόμους της αγοράς» και απέτρεψαν την αποφασιστική ένταξη της Ελλάδας στην ομάδα των Βιομηχανικών Χωρών. Και μάλιστα συνειδητά, αφού μέσω της χειραγώγησης των Πολιτικών παρεμπόδισαν ενεργητικά την αποφασιστική στροφή κεφαλαίων και κρατικών επιδοτήσεων σε Επενδύσεις Αιχμής και εκσυγχρονισμού του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού που θα μπορούσε να μετατρέψουν τη Χώρα σε περιφερειακό βιομηχανικό παράγοντα. Έτσι η Ελλάδα καταδικάστηκε σε παρατεταμένη επενδυτική ασιτία και φυσικά σε μόνιμη οικονομική δυσπραγία. Με την ίδια παρασιτική λογική τους συνωμότησαν με την (ευεπίφορη στην διαφθορά) Πολιτική για το Σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου του 2000 και την κολοσσιαία αναδιανομή πλούτου που επέφερε (δηλ. περί τα 100 δις Ευρώ περιήλθαν στα χέρια 600 ‘’οικογενειών’’). Αυτή η τεράστια αναδιανομή πλούτου - που υποτίθεται ότι θα μετέτρεπε το καταναλωτικό χρήμα των πολλών σε παραγωγικό κεφάλαιο των ολίγων - τελικά και πάλι κατέληξε χρήμα ολίγων ραντιέριδων, αυτών δηλαδή που δανείζουν στο Κράτος και σκυλεύουν (αφορολόγητα) το πτώμα του. Τούτη η τελευταία αιμάτινη ευκαιρία της Χώρας να ανατάξει την παραγωγική της υποπλασία θάφτηκε (ακόμα μια φορά) από την οικονομική της Ελίτ. Γοητευμένη από το όραμα ενός παγκοσμιοποιημένου Τζετ - Σετ που συνδαύλιζε η Δυτική Μεταμοντερνικότητα, όραμα που δήθεν υπερβαίνει τις ‘’επαρχιώτικες’’ προκαταλήψεις της καταγωγής ή της γλώσσας και λυτρώνει τους προνομιούχους του κόσμου από τις τετριμμένα ''τοπικά'' καθήκοντα και υποχρεώσεις, η Ελληνική Οικονομική Ελίτ στάθηκε καταστροφικά αγνώμων προς την Χώρα και υποθήκευσε - με μηδενιστική ευκολία - όλο το προβλεπτό οικονομικό της μέλλον . Γιατί το όποιο μέλλον της Ελλάδας επαφίεται πλέον σε μια φθίνουσα γεωργία, σε μια μάλλον ερασιτεχνική τουριστική βιομηχανία και στην παραδοσιακή ναυτιλία. Συμπληρωματικά ας υπενθυμίσουμε ότι ο τομέας της μικρομεσαίας Μεταποίησης παραδόθηκε στην απαρχαίωση του εξοπλισμού και των δομών του. Το αποτέλεσμα ήταν η απομείωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας η οποία τώρα καταλαμβάνει τριτοκοσμικές θέσεις και φυσικά δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει ούτε τις εγχώριες ανάγκες. Έτσι παρουσιάζεται σήμερα το αξιοθρήνητο φαινόμενο όπου η Ελληνική Μεταποίηση να μην μπορεί να ντύσει με φόρμες ακόμα και τις Ένοπλες Δυνάμεις ( σύμφωνα με επερώτηση στη Βουλή, πρόσφατα το Υπουργείο Άμυνας έχει παραγγείλει σε οίκους του Εξωτερικού 100.000 στολές παραλλαγής, 120.000 ζεύγη άρβυλα και 100.000 μπερέδες).

Αντίστοιχα, η πολιτική συνενοχή, η δημοσιοϋπαλληλική διαφθορά συνδυασμένες με την φορολογική ασυδοσία και τον κυνισμό των εγχώριων Οικονομικών Ελίτ οδήγησε τελικά στο τριτοκοσμικό φαινόμενο της Μαύρης Οικονομίας που αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 1/3 της Δηλωμένης Οικονομίας. Εδώ οι διαφεύγοντες ετήσιοι φόροι αντιπροσωπεύουν πάνω από 30 δις Ευρώ. Αυτοί οι διαφεύγοντες φόροι, ως εισόδημα πλέον, επιτρέπουν αντίστροφα το γκλαμουράτο life style και τον συναγελασμό των γνωστών απαίδευτων με τα λουσάτα πορνίδια του Κολωνακίου .

Όταν οι κεντρικοί πυλώνες μιας Κοινωνίας, δηλ. η Πολιτική και η Οικονομία αλώνονται από τον Μηδενισμό και το μέλλον θυσιάζεται ανενδοίαστα στον ευδαιμονισμό του παρόντος, όλοι οι υπόλοιποι θεσμοί ζουν στον παλμό της ευκαιριακής λογικής και της ηθικής της «αρπαχτής». Περιττεύει λοιπόν να αναλύσουμε σήμερα θεσμούς όπως αυτός της Δικαιοσύνης ή της Παιδείας όπου οι κορπορατιστικές λογικές αναπτύσσονται ως συνένοχη συμπόρευση στη γενικευμένη διαφορά. Χρειάζεται εδώ να υπενθυμίσουμε ότι η Ελληνική Δικαιοσύνη δεν βρήκε ακόμα τον Εισαγγελέα που θα έθετε τουλάχιστον ένα όριο στην διαπλεκόμενη διαφθορά και - εξίσου διαπλεκόμενη η ίδια ;;; - απαλλάσσει με βουλεύματα κρατικούς λειτουργούς αποδεδειγμένης διασπάθισης δημοσίου χρήματος; Χρειάζεται εδώ να υπενθυμίσουμε (για το Πανεπιστήμιο) ότι οι προσφυγές ακυρώσεων στα Διοικητικά Δικαστήρια για παράνομες κρίσεις και διορισμούς ακαδημαϊκών είναι τόσες που χρειάσθηκε να συσταθεί ειδικό τμήμα στο αντίστοιχο Εφετείο;;

Ο κυνισμός και η διαφθορά της Κορυφής, ως κακοήθης πολύποδας διευρύνθηκε και επεκτάθηκε πολύ νωρίς σε όλα τα στρώματα της Κοινωνίας - από τον Δάσκαλο και Καθηγητή των ιδιαιτέρων μαθημάτων ως τον Υπάλληλο της Δημόσιας Διοίκησης, τον Αστυφύλακα, τον Μικροβιοτέχνη, τον Έμπορο, τον Πάροχο Υπηρεσιών, τον Νοσοκομειακό (και όχι μόνο) Γιατρό ή τον Γεωργό. Μαγεμένοι από την ευδαιμονιστική ουτοπία που αναπαράγουν οι οθόνες της τηλεόρασης, ερεθισμένοι από τους πυρετούς των φαντασιώσεών τους, προσχώρησαν (μ’ ένα μοναδικό, για ολόκληρη τη Δύση, φανατισμό ) στην ιδεολογία του «ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ !!!». Σ’ αυτόν λοιπόν τον ορίζοντα δεν είναι καθόλου αυθαίρετο ούτε άδικο το να αποδώσουμε στην «δεσπόζουσα γενιά» της Χώρας έναν ΚΥΝΙΚΟ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ που εκφράσθηκε ως ατομικιστικός-ευδαιμονιστικός ίλιγγος, ως (παρασιτική) καταναλωτική νεύρωση και ως συλλογικός ωχαδερφισμός. Αυτόν τον μηδενισμό η «δεσπόζουσα γενιά» επί τρεις δεκαετίες τον εκτρέφει, τον αναπαράγει και τον εμβαθύνει - με πράξεις, ανοχές και παραλήψεις - δίχως καμιά αναστολή, δίχως καμιά αυτοκριτική ή στοιχειώδη περισυλλογή. Αποχαυνωμένη από την ιδεοληψία της ατομικής αυτοεκπλήρωσης για 30 ολόκληρα χρόνια δεν διερωτήθηκε στοιχειωδώς : Τι μέλλον διαμορφώνω για τα παιδιά μου; - όχι μόνον ως άτομο αλλά και ως κοινωνία;; Εξαγόραζε μάλιστα την ηχηρή αδιαφορία της με τα ίδια μέσα που ευτέλιζε και την δική της ζωή. Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ λοιπόν ήρθε να απαντήσει σ’ αυτόν τον μηδενιστικό ευτελισμό και τον ζόφο που υφάνθηκε πάνω από τη Χώρα και το μέλλον της. Όλη η ευγένεια της ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ των νέων έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι ήταν μια εξέγερση ενάντια στον Μηδενισμό των γονιών τους. Το μεγαλείο της έγκειται στο γεγονός ότι ήταν η ΠΡΩΤΗ ΣΤΗ ΔΥΣΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΟ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ. Και έτσι θα καταγραφεί στην Δυτική Ιστορία. Και ασφαλώς θα την ακολουθήσουν πολλές. Το κατανοήσατε κε Στ. Ράμφο ;; Το ιλατραγικό της υπόθεσης είναι ότι την επαύριο της ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ η «δεσπόζουσα γενιά» αντί να αφυπνισθεί από το μηδενιστικό της envoûtement , αντί να αδράξει την ευκαιρία μιας ριζικής αυτοκριτικής και να ανατάξει την σκέψη και την συμπεριφορά της, επιδόθηκε σε κατασυκοφάντηση της ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ, δηλαδή των παιδιών της. Το ίδιο και διάφορες Ελίτ της Χώρας που, σαν να μην συνέβη τίποτε, συνεχίζουν ακάθεκτες την μηδενιστική έκπτωση. Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ, ο μόνος επώνυμος που αντελήφθη αυτοκριτικά την ΕΞΕΓΕΡΣΗ, είπε : «θα μας κάψουν τα παιδιά μας γιατί λεηλατήσαμε τη ζωή τους». Αυτό ίσως να συμβεί την επόμενη φορά. Γιατί το μηδενιστικό «ΟΛΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ !!!» είναι συνάμα τραγικό και, σαν τέτοιο, μακροπρόθεσμα, ολοκληρώνει τον κύκλο του….

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(*1) Στον σύνδεσμο:

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_14/12/2008_296056

(*2) FRANCIS FUKUYAMA, Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος Άνθρωπος, εκδ. ΝΕΑ ΣΥΝΟΡΑ - Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 1993

(*3) ΝΙΤΣΕ, Thus Spoke Zarathustra , ed. PENGUIN/ CLASSICS, 1986, σελ. 45 - 47

(*4) GILLES LIPOVETSKY, Το Λυκόφως του καθήκοντος, εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ, 1998 και του ιδίου, L’ ère du vide , έκδ. GALLIMARD 1983 &1993, page 16

(*5) GILLES LIPOVETSKY, L’empire de l’éphémère, έκδ. GALLIMARD 1987

(*6) FR. LYOTARD, The Postmodern Explained, MINNESOTA PRESS, 1992, page 8